Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

20. Όλο ευθεία για το άγνωστο...



«Και τι είμαστε μπαμπά εμείς οι άνθρωποι;» , τον ρωτούσε συχνά η μικρή του κόρη. Πώς μπορούσε όμως κανείς να της εξηγήσει τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος , τι σημαίνει να είσαι ζωντανός; Ο ίδιος ήταν ο χειρότερος για να το κρίνει αυτό , ο ίδιος ήταν ένα παλιοτόμαρο , ένας κανάγιας που είχε πάρει  πολλές ζωές μέχρι σήμερα , πώς λοιπόν να της απαντούσε σε μια τέτοια ερώτηση; Κι όμως , παρά τη δική του κατρακύλα , είχε το θράσος να αγαπάει την ίδια τόσο πολύ και να εύχεται να μην κάνει ποτέ τα λάθη που έκανε ο ίδιος. Θα έδινε όλο του το είναι για να τα καταφέρει...
Όταν το τηλέφωνο χτύπησε εκείνο το βράδυ , ήξερε πως δεν ήταν για καλό. Όταν δε , συνάντησε το αφεντικό και τον Μπαξ , ήταν πλέον σίγουρος. Ο Ντομένικο είχε ένα χάρισμα να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο , ίσως ήταν κληρονομικό από τη γιαγιά του που καταγόταν από τη Σικελία. Ίσως πάλι έφταιγαν τα πρόσωπά τους. Απόψε ήταν περίεργοι.
Ο κύριος Τορνάντι φαινόταν φυσικά διαλυμένος , σκεπτικός και συνάμα οργισμένος. Ο Μπαξ απ’την άλλη ήταν νευρικός και ιδρωμένος. Εμφανίστηκε με καθυστέρηση είκοσι λεπτών έξω από την έπαυλη και ζήτησε επανειλημμένα συγγνώμη πέφτοντας στα πόδια του αφεντικού.
Εκείνος δεν έμοιαζε να νοιάζεται και πολύ για αυτό. «ΔΙΑΟΛΕ! Ο ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ!» , φώναζε ενώ ο Μπαξ ικέτευε και μουρμούριζε πάνω στο φρέσκο γκαζόν.
Πράγματι , ο Λεονάρντο Τρονατέλι είχε βρει αιματηρό θάνατο μερικές ώρες πριν. Και τώρα σαν άλλοι εκδικητές , θα πήγαιναν να τιμωρήσουν τους υπαίτιους.


Το σχέδιο είναι τρελό , το σχέδιο είναι τρελό. ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΟ! Ήρεμα Μπαξ , ήρεμα , το αφεντικό δε σου κρατάει κακία , το αφεντικό δεν ξέρει που ήσουν πριν…
Πώς να καθησυχάσεις τον εαυτό σου μια ώρα σαν αυτή; Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει και το μυαλό του ήταν έτοιμο να εκραγεί. Κοίταξε τον άδειο δρόμο. Πού πήγαιναν νυχτιάτικα; Να μπουκάρουν σε ξένο σπίτι; Αυτός ήθελε να χουχουλιάσει με την Τζίνα του μέχρι το πρωί…
Θα τα ξεράσω όλα στο αφεντικό και θα παραιτηθώ , σκέφτηκε. Ύστερα το φιλοσόφησε. Αν δεν τον σκότωνε επιτόπου το αφεντικό , θα τον σκότωνε η Τζίνα. Ή ακόμα χειρότερα θα τον σκότωνε ο Ντομένικο. Ή ο Ντομένικο θα πανικοβαλλόταν και θα τράκαρε το αυτοκίνητο , οπότε θα σκοτώνονταν και οι τρεις και η Τζίνα θα κληρονομούσε τα πάντα. Πέρα από αυτό , θα στενοχωριόταν κιόλας γιατί θα έχανε εν μια νυκτί και σύζυγο και εραστή. Άρα όχι δεν μπορούσε να τα τινάξει όλα στον αέρα. Οπότε θα πήγαιναν ήρεμα στη Σάντα Κλάρα και θα γάζωναν τους πάντες.
Το χε ξανακάνει , μια φορά με μόνο ένα γεμιστήρα είχε ξεκληρίσει μια ομάδα από Μεξικάνους ναρκέμπορους. «Θυμάσαι Ντομένικο;» , ρώτησε το σιωπηλό συνεργάτη του.
Ο Ντομ οδηγούσε , ως συνήθως , και δεν είχε βγάλει κουβέντα απ’τη στιγμή που μπήκαν στο μαύρο αυτοκίνητο.
«Τι να θυμάμαι ακριβώς;»
«Τότε που μπουκάραμε σε εκείνη την αποθήκη , πλάκα είχε»
«Πολύ πλάκα , έπαθες μόνο ένα κάταγμα».
«Κίνδυνοι του επαγγέλματος» , απάντησε.
«Οδήγα Ντομένικο , πρέπει να πιάσουμε στον ύπνο τον γερο-μπάσταρδο!» , φώναξε ο Τζον από το πίσω κάθισμα.
Το αφεντικό ήταν σε κακό χάλι. Λογικό , είχε μόλις χάσει τον ξάδερφό του. Και ο Μπαξ είχε έναν ξάδερφο που όταν ήταν μικροί έκλεβε καραμέλες. Μάλιστα του έδινε και εκείνου ένα μερίδιο. Είχε χάσει πια τα ίχνη του , αλλά αν μάθαινε πως κάτι κακό του συνέβη θα έδινε γη και ύδωρ για να εκδικηθεί.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα πάνω στο πεζοδρόμιο της πολυτελούς κατοικίας. Ο κύριος Τζόναθαν βγήκε έξω και έκλεισε με δύναμη την πόρτα. Πλησίασε την πύλη και χτύπησε επίμονα το κουδούνι.
«Πάμε Μπαξ…» , τον τράβηξε από το μανίκι ο Ντομ.
«Πώς θα μπούμε μέσα; Ο τύπος παίζει να έχει ελεύθερους σκοπευτές»
«Τι σκοπευτές να έχει , ένας τυχάρπαστος είναι. Για μόστρα είναι η πόρτα»
«Τα πιστεύεις αυτά που λες;»
«Πάμε πριν τσαντιστεί το αφεντικό Μπάξυ , δεν έχει σημασία τι πιστεύω» , βγήκε από το τζιπ και κατευθύνθηκε προς τη λευκή είσοδο. Ωραία ήταν η πύλη του Σμιθ. Λευκή , με σκαλιστούς χρυσούς πάνθηρες στις κορυφές. Και είχε και ωραία κάγκελα γύρω γύρω. Πήρε μια βαθιά ανάσα και βγήκε κι εκείνος.
Πλησίασε με αργά βήματα κοντά στους άλλους δύο.
Η πόρτα ήταν ήδη ανοιχτή. Φαίνεται πως ακόμα και στη Σάντα Κλάρα , το αφεντικό είχε το κλειδί για όλες τις κλειδαριές. Αυτός είναι ο Τζόναθαν Τορνάντι.
«Τι τους είπε και άνοιξαν;» , ρώτησε τον Ντομ όσο περπατούσαν στον κήπο.
«Δεν έχει σημασία»
«Τίποτα δεν έχει σημασία σήμερα , ε;»  , αυτή τη φορά δεν έλαβε απάντηση.
Ένας μαυροφορεμένος άνδρας εμφανίστηκε μπροστά τους και αντάλλαξε δύο κουβέντες με το αφεντικό πριν τους κατευθύνει προς την κεντρική πόρτα της έπαυλης. Μόλις έφτασαν εκεί , ο Τζον έκανε νόημα να τον χτυπήσουν στο κεφάλι και ο Ντομ γρήγορα εκτέλεσε το έργο. Ο άνδρας έπεσε λιπόθυμος και μπήκαν ήσυχα μέσα.
«Θέλω να βρείτε το σκουλήκι τώρα και να τον φέρετε μπροστά μου» , γρύλισε.
Προφανώς ο τύπος που βρισκόταν στο πάτωμα ήταν ο πρώτος απ’τη γραμμή άμυνας , και άρα δεν υπήρχαν ελεύθεροι σκοπευτές , αλλά σε λίγο θα πετάγονταν από παντού μπράβοι και φονιάδες κάθε είδους.
Ο Τζον κάθισε σε έναν απ’τους κόκκινους καναπέδες και εκείνοι ανέβηκαν τις σκάλες. Ο Πήτερ Σμιθ ήταν ένας άνδρας γύρω στα εβδομήντα με λευκό μουστάκι και κοιμισμένα μάτια. Τον είχε δει μια δυο φορές σε κάποιες δεξιώσεις , αλλά δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι μια μέρα θα μπούκαραν στο σπίτι του. Ο φίλος είχε πραγματικά εξοργίσει το αφεντικό.

 Άνοιξε την πρώτη πόρτα που συνάντησε και βρέθηκε σε ένα μπάνιο. Αμήχανος ζήτησε συγγνώμη και έκλεισε την πόρτα. Ο Ντομένικο είχε προχωρήσει στην απέναντι μεριά του διαδρόμου , οπότε δεν υπήρχε χρόνος να τον φωνάξει. Σκέφτηκε για ένα λεπτό τι στο καλό μόλις έκανε και έπιασε και πάλι το πόμολο.
«Ήρεμα νεαρέ , τα λεφτά βρίσκονται στο δωμάτιο μου. Στη θυρίδα. Μην κάνει απότομες κινήσεις και θα πάμε μαζί να σου τα δώσω…».
Μέσα στο μπάνιο , δίπλα από το γυαλιστερό νιπτήρα καθισμένος πάνω στη λεκάνη , βρισκόταν ένας καλοδιατηρημένος ηλικιωμένος άνδρας. Γκρίζα αραιά γλυμμένα μαλλιά στόλιζαν το κεφάλι του , ενώ στο πάνω χείλος ξεχώριζε ένα λευκό λαμπερό μουστάκι.
«Τα λεφτά; Ποια λεφτά;» ψιθύρισε ο Μπαξ και ύστερα κλείνοντας με τρόπο την πόρτα ξαναρώτησε , «συγγνώμη κύριε , ποιος είστε;».
«Ο Πήτερ Σ… Μα για μια στιγμή , μπαίνεις στο σπίτι μου και δεν ξέρεις ποιος είμαι;» , σάστισε ο άνδρας.
«Αυτό είναι το δικό σας σπίτι;». Ανόητη ερώτηση , όντως αυτός ο ανεκδιήγητος τύπος που μάλλον έκανε την ανάγκη του και τον κοιτούσε με ένα νυσταλέο βλέμμα ήταν ο Πήτερ Σμιθ. Ο άνθρωπος αυτός ήταν υπαίτιος για τη δολοφονία του Λεονάρντο Τρονατέλι. Και τώρα τον είχε πιάσει στα πράσα. Τελικά όλα ήταν πιο εύκολα από όσο νόμιζε. Γρήγορα έψαξε για το πιστόλι του ενώ προσπαθούσε να συγκρατήσει το γέλιο του.
«Ναι γιε μου , και όπως βλέπεις βρίσκομαι σε μια ιδιαίτερη στιγμή. Σε παρακαλώ δώσε μου λίγο χρόνο. Στο μεταξύ μην κάνεις τίποτα επικίνδυνο…»
«Εντάξει φίλε , όλα καλά , τέλειωσαν τα αστεία! Σήκω όρθιος και έλα μαζί μου!» , με το πιστόλι πλέον στα χέρια του , ο Μπαξ σημάδεψε το συνομιλητή του.
«Ω , για όνομα του θεού» , αναστέναξε εκείνος.
«Δεν αστειεύομαι , σήκω».
«Ζήτησα λίγο χρόνο γιε μου για να σηκωθώ. Επίσης δεν κατάλαβα που θα πάμε…»
«Μια βόλτα στην παραλία» , γέλασε , «που θες να πάμε; Κάτω!»
«Κοίτα , δεν ξέρω πώς έφτασες ως εδώ αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί ήρθες αν δε θες τα λεφτά και δεν ξέρεις καν ποιος είμαι…»
«Με κουράζεις μπάρμπα. Μην το παίζεις βλάκας , καταλαβαίνεις γιατί είμαι εδώ. Προφανώς δε θέλω τα λεφτά σου αλλά κάτι άλλο. Επίσης , μόλις θυμήθηκα ότι έχουμε ξανασυναντηθεί» , λέγοντάς τα αυτά πλησίασε και ακούμπησε το πιστόλι στο μέτωπό του , «τέλος πάντων , θα σου δώσω είκοσι δευτερόλεπτα να σηκωθείς από το θρόνο σου , αλλιώς στην άναψα». Ο άνδρας χλόμιασε.
Ο Μπαξ έκανε μεταβολή και περπάτησε ως την πόρτα. Κοιτάζοντας απ’την άλλη μεριά άρχισε μία αντίστροφη μέτρηση.
«Είκοσι… δεκαεννέα… δεκαοκτώ…  δεκαεπτά…»
Ελπίζω να σηκώσει τα σώβρακά του και να έρθει μαζί μου αλλιώς θα πρέπει να τον χτυπήσω , σκέφτηκε. Και δεν ήξερε αν αυτό βρισκόταν στις εντολές του αφεντικού.
«Δεκατέσσερα… δεκατρία…» , δεν άκουγε κανένα θόρυβο , οπότε αποφάσισε να ρίξει μια κλεφτή ματιά. Προτού ολοκληρώσει την αναστροφή αντιλήφθηκε έναν κρότο , στη συνέχεια ένιωσε έναν οξύ πόνο στο αριστερό πόδι και έχοντας ολότελα γυρίσει είδε τον μπάρμπα να κρατάει στα χέρια ένα μικροσκοπικό πιστόλι.
«ΔΙΑΟΛΕ!» , ούρλιαξε και πάτησε τη σκανδάλη βγαίνοντας με φόρα από το μπάνιο.
«ΝΤΟΜΕΝΙΚΟ! ΜΕ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΑΝ!» , πράγματι , έξω  βρισκόταν ο Ντομ και μία ξανθιά κοπέλα.  Μάλιστα την είχε ακινητοποιημένη με ένα σαρανταπεντάρι στον κρόταφο.
«Τι έπαθες ρε άνθρωπε;» , φώναξε εκείνος.
«ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΗΤΕΡΟΥΛΗΣ;» , έβαλε τα κλάματα η κοπέλα.
«ΤΟ ΠΟΔΙ ΜΟΥ ΝΤΟΜ , ΜΕ ΓΑΖΩΣΕ ΣΤΟ ΠΟΔΙ!» , κουτσαίνοντας άρχισε να πηγαίνει προς το μέρος του.
«ΠΟΙΟΣ ΣΕ ΓΑΖΩΣΕ ΣΤΟ ΠΟΔΙ;» , έβαλε και εκείνος τις φωνές , «ΚΑΙ ΕΣΕΝΑ ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΝΑ ΜΗ ΦΩΝΑΖΕΙΣ! ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΠΗΤΕΡΟΥΛΗΣ;»
«ΝΤΟΜΕΝΙΚΟ , Ο ΜΠΑΣΤΑΡΔΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ ΜΕΣΑ!» ,  ο Μπαξ έδειξε τη λευκή πόρτα όσο πλησίαζε κοντά του.
«Ακίνητοι και οι δύο! Κι εσύ μην πειράξεις την Τιούσντεϋ !» , μία τρίτη φωνή ήρθε για να συμπληρώσει την όμορφη παρέα.
Πίσω από τον Ντομένικο είχαν εμφανιστεί δύο ακόμα κουστουμαρισμένοι νεαροί. Και φυσικά ήταν οπλισμένοι.
«Τζεμάλ! Άρθουρ!» , κλαψούρισε η… Τιούσντεϋ.
«Λοιπόν μάγκες, δε θα σας πειράξουμε αν αφήσετε ελεύθερη την κοπελιά από εδώ» , μούγκρισε ο πιο εύσωμος.
Ανακτώντας την ψυχραιμία του ο Ντομένικο αποκρίθηκε , «το μόνο σίγουρο με την κατάσταση αυτή είναι πως , αν άφηνα το κορίτσι από τα χέρια μου θα μας την πέφτατε στο άψε σβήσε».
Με τη σειρά του , ο Μπαξ σήκωσε το δικό του πιστόλι προς το μέρος τους και παραμερίζοντας τον πόνο είπε , «επίσης θα μπορούσα τώρα αμέσως να την ανάψω στον έναν απ’ τους δυο σας και να χάσετε τα αυγά και τα πασχάλια. Εσείς διαλέγετε τι θα γίνει. Εμείς δεν ήρθαμε για να μπλέξουμε σε συμμοριτοπόλεμο , αλλά για να διαπραγματευτούμε με το αφεντικό σας. Τον Πήτερ Σμιθ».
«Έχεις πολύ θράσος ανάπηρε» , τον σημάδεψε ο ένας εκ των δύο.
Για μερικές στιγμές , επικράτησε σιγή ιχθύος στο μεγάλο διάδρομο. Το μόνο που ίσως να ξεχώριζε ήταν τα αναφιλητά της νεαρής ξανθιάς. Άραγε ήταν κάποια κόρη ή ερωμένη του Σμιθ; Λες να είχε βίτσιο με τις μικρούλες;
Η ευχάριστη ατμόσφαιρα θα διακοπτόταν βίαια από τον πυροβολισμό που ακούστηκε στο κάτω πάτωμα.
«ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ!» , φώναξε αμέσως ο Μπαξ. Ο Ντομένικο όμως αμέσως του έκανε νόημα να πάψει. Μα ήταν ήδη πολύ αργά , οι τύποι είχαν πάρει πρέφα τι συνέβαινε… Και προφανώς είχαν και συναδέλφους στον κάτω όροφο. Ίσως το αφεντικό να βρισκόταν ήδη νεκρό από τα πυρά κάποιου τυχάρπαστου μπράβου. Ένας δεύτερος εκκωφαντικός ήχος ήρθε για να εντείνει την ανησυχία του , και με τον τρίτο ήταν πλέον σίγουρος ότι κάτι κακό είχε σίγουρα συμβεί.
«Ντομένικο…» , ψέλλισε.
«Μπαξ βούλωσέ το» , τον έκοψε δίχως να του ρίξει ούτε μια ματιά.
«Τι έγινε μάγκες , το αφεντικό σας ήταν κάτω μόνο του; Λυπάμαι , αλλά εδώ βρίσκονται άλλοι πέντε άνδρες. Πολύ δύσκολα θα επιβίωνε μόνος του. Μα καλά πώς σας ήρθε να εισβάλλετε λες και δεν τρέχει τίποτα;» , χασκογέλασαν οι δύο σωματοφύλακες.
Η στιγμή ήταν δύσκολη. Μα τι έπρεπε να κάνουν τώρα;
Ήδη κάποιος ανέβαινε τις σκάλες. Αν τους περικύκλωναν το παιχνίδι θα ήταν χαμένο. Ή ίσως και να είχε χαθεί προ πολλού. Αν είχαν φάει το βασιλιά , τα πιόνια θα ήταν ανίκανα να κάνουν το οτιδήποτε. Πάντως ο Σμιθ βρισκόταν ακόμα στο μπάνιο του , σημάδι της δικής του ανικανότητας. Μίας ανικανότητας που όμως κατόρθωσε να τραυματίσει το πόδι του. Μπράβο Μπαξ , είσαι μεγάλος βλάκας. Και τώρα θα πληρώσετε όλοι μαζί αυτή τη βλακεία.

Από την κουπαστή τότε ξεπρόβαλλε εκείνος. Αγέρωχος , με το γαλάζιο του πουκάμισο και το σπινθηροβόλο βλέμμα του , απέναντί τους στεκόταν ο Τζόναθαν Τορνάντι. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα ασημένιο πιστόλι , ενώ το άλλο… ω , το άλλο είχε ένα φριχτό λεκέ από αίμα.
«Όλα καλά» , είπε μόλις πλησίασε.
«Δόξα τω θεώ αφεντικό» , δήλωσε με ανακούφιση ο Μπαξ.
«Βλέπω είστε στη μέση μιας ενδιαφέρουσας μονομαχίας» , γέλασε.
«Εγώ θα έλεγα ότι έχουμε το πλεονέκτημα» , είπε ήρεμα ο Ντομ.
«Πολύ σωστή άποψη».

Οι δύο γορίλλες του Σμιθ βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο. Αφοπλίστηκαν και ο Ντομένικο ανέλαβε να τους δέσει με κάτι. Πριν όμως οι άλλοι δύο μπουν στο μπάνιο για να τελειώνουν μια και καλή με τον μπάρμπα , ο Μπαξ ρώτησε ,
«Το χέρι σας... Οι πυροβολισμοί… Τι συνέβη εκεί κάτω;»
«Ω , ξέχνα το χέρι , με τσούζει λίγο αλλά με διαπέρασε ξυστά , δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο. Εκεί που κοίταζα τα ουίσκια εμφανίστηκε ένας μπράβος και έπρεπε να τον κανονίσω. Ε μετά πετάχτηκε μπροστά μου και μια γάτα Σιάμ. Δεν έγινε δηλαδή και τίποτα σπουδαίο , αλλά κατάλαβα ότι κάτι τρέχει εδώ πάνω. Ας τελειώνουμε με τον βλάκα και θα πάμε στο νοσοκομείο , για το χέρι μου και για το πόδι σου. Και μετά θα κανονίσουμε την κηδεία του Λεονάρντο…» , αναστέναξε. Έπειτα , με τις κάννες τους σε πρώτο πλάνο εισήλθαν στο δωμάτιο.
Εκεί τους περίμενε ο κύριος Σμιθ. Με το χέρι να τρέμει προσπαθούσε να σημαδέψει κάποιον απ’ τους δύο.
«Σμιθ. Παλιοτόμαρο , άθλιε κομπάρσε! Ο ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ!» , του φώναξε ο Τζον.
«Γ-γ-γιέ μου , ηρέμησε!» , τσίριξε εκείνος.
«ΜΗ ΜΕ ΛΕΣ ΓΙΟ ΣΟΥ! Θα σου φυτέψω ολόκληρο το γεμιστήρα στην άθλια μάπα σου».
«ΝΑ ΤΟ ΣΥΖΗΤΗΣΟΥΜΕ!»
«Δεν έχουμε τίποτα να συζητήσουμε , μου ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό , ότι ο θάνατος του ξάδερφού μου ήταν προειδοποίηση απ’τη Σάντα Κλάρα , άρα κάτι έχεις να μου πεις. ΑΥΤΟ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ. ΚΑΙ ΑΠΟΛΟΓΙΑ!»
«Τορνάντι , κατεβάστε τα πιστόλια πριν πατηθεί κατά λάθος καμιά σκανδάλη και θα σου τα πω όλα. Ο Θεός να αναπαύει τη ψυχή του ξαδέλφου σου…»
«Περιμένω μια απολογία και μια εξήγηση , κανένα πιστόλι δε θα κατέβει μέχρι τότε»
«Όλα γίνονται για τις μπίζνες που να με πάρει» , κατέβασε το κεφάλι ο Σμιθ.
«Ακόμα και η γκομενίτσα στο χωλ;» , είπε περιπαιχτικά ο Μπαξ.
«ΜΗΝ ΠΕΙΡΑΞΕΤΕ ΤΗΝ ΤΙΟΥΣΝΤΕΫ!!»
«Μπαξ , άφησέ τον να μιλήσει σε παρακαλώ» , τους έκοψε το αφεντικό. Όντως , είχε παρασυρθεί. Γι’αυτό τον άφησε να μιλάει και αυτός μιλούσε για μερικά λεπτά , για το πώς φέρθηκαν στον Τζέρεμυ Ρεβέρ όταν τους επισκέφτηκε τις προάλλες στο Σόλε Ντ’ Όρο , για την αναδιανομή της πίττας , για το εμπόριο ναρκωτικών με τους μεξικάνους και για τη δύναμη που είχε συγκεντρώσει ο Τορνάντι. Πάνω από όλα όμως μίλησε για την καλή γειτονία , και την ελεύθερη οικονομία. Τα εστιατόρια Cyan Ocean θα έρχονταν στην Γκόλντβιλλ , αυτό το είχαν συμφωνήσει όλοι οι μέτοχοι. Αλλά έπρεπε να εκβιάσουν κάπως τον Τζον για να το δεχθεί. Πόρισμα; Η τουαλέτα δεν ήταν το καλύτερο μέρος για να συζητήσουν δυο κύριοι για μπίζνες.
«Κατάλαβα τι εννοείς Πήτι…» , χασμουρήθηκε στο τέλος το αφεντικό , «αλήθεια , έχεις κάμερες στο μπάνιο;»
«Κάμερες στο μπάνιο; Τι εννοείς;» , απόρησε ο… Πήτι.
Τότε άκουσε τις φωνές , ο Μπαξ τινάχτηκε σα σίφουνας ως την πόρτα. Παρότι το πόδι του τον τυραννούσε , είχε την αντοχή να παραμερίσει τον πόνο. Προσπάθησε να κρατήσει με δύναμη το χερούλι , αλλά γρήγορα παραμερίστηκε και έπεσε στο πάτωμα. Τρεις μαυροντημένοι άνδρες μπούκαραν μέσα και με γρήγορες κινήσεις σημάδεψαν τον Τζόναθαν.
«Κύριε Σμιθ!» φώναξε κάποιος απ’ αυτούς , και ύστερα ακούστηκαν οι ήχοι από τις σκανδάλες. Τι θα μπορούσε να κάνει εκείνος στη γωνία του κρύου μπάνιου; Να παίξει το ρόλο του , να σώσει τον εργοδότη του. Εξάλλου ήταν αναλώσιμος , σωστά;
Εκσφενδονίστηκε από την άκρη που ήταν πεσμένος και άρχισε να πυροβολεί τυφλά , βγάζοντας μια άναρθρη κραυγή ενώ ένιωσε να τρώει μία ή και δύο σφαίρες κάπου στο σώμα του. Άκουσε τις φωνές , κάποιος φώναζε «ΝΤΟΜΕΝΙΚΟ!»  , κάποιος άλλος στο βάθος έκλαιγε και τέλος είδε το αφεντικό να τρέχει προς το μέρος του. Μόνο που η όραση του πια θόλωνε και το μυαλό του άρχιζε να σαλεύει. Είχε εκτελέσει όμως το καθήκον του.
Πώς θα ήταν άραγε αν σκηνοθετούσαμε τον ίδιο μας το θάνατο; ,  σκέφτηκε. Αν διαλέγαμε τις κατάλληλες σκηνές , την κατάλληλη μουσική επένδυση; Αν γινόμασταν ήρωες από εκεί και πέρα; Αν γράφονταν ιστορίες γύρω από αυτό το θάνατο; Αν αφήναμε παρακαταθήκη και έργο στις επόμενες γενιές; Αν…
Ο Μπαξ δεν είχε κάνει ποτέ ως τώρα τέτοιες σκέψεις. Σίγουρα βέβαια , για μία στιγμή ο εκκωφαντικός ήχος τον ξάφνιασε , ίσως και να τον τρόμαξε αλλά κατόρθωσε να παραμερίσει το φόβο. Τι ήταν ο φόβος εξάλλου; Μία ψευδαίσθηση του μυαλού και τίποτε άλλο. Ήθελε να δει τι γίνεται γύρω του , αλλά δεν μπορούσε. Τώρα πια δεν μπορούσε να δει τίποτα , μόνο να ακούσει. Για κάποιο περίεργο λόγο , τα μάτια του , αν και ήταν ορθάνοιχτα , ένιωθαν σαν να ήταν ερμητικά κλειστά.
Κι ύστερα , το μόνο που μπορούσε να θυμηθεί ήταν εκείνο το χρώμα. Κόκκινο.
Κόκκινο , όπως τα τριαντάφυλλα που ανθίζουν την άνοιξη. Κόκκινο , όπως τα φανάρια στους σκοτεινούς δρόμους της πόλης όλες εκείνες τις μάταιες νύχτες. Κόκκινο , σαν το χρώμα της πρωινής αυγής , που ερχόταν πάντοτε αμέσως μετά. Κόκκινο , σαν το χρώμα των χειλιών της. Κόκκινο , σαν το πάθος του για εκείνη. Κόκκινο , σαν την αμαρτία. Κόκκινο. Σαν το αίμα. 
ΤΕΛΟΣ

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

19. Όλα κάποτε τελειώνουν



Ο Τζον ήταν ο άνθρωπος που την ανέσυρε κυριολεκτικά από τα σκατά στην αφρόκρεμα της Γκόλντβιλλ. Μέχρι τότε αναγκαζόταν να βγάζει το ψωμί της κάνοντας το μοντέλο σε κάτι φτηνιάρικες γκαλερύ και κάτι κουτσομπολίστικα περιοδικά. Τρομερή παρακμή για την κόρη ενός πρώην συνταγματάρχη και βετεράνου στο Βιετνάμ.
Μα η Τζίνα δεν άφηνε ποτέ το χρόνο να περάσει ανεκμετάλλευτος. Όσο καιρό πέρασε ζώντας σε αυτό το χάλι , αναγκασμένη να ανέχεται τον κάθε ψωριάρη , σχεδίαζε την άνοδό της. Τελικά ένα μεσημέρι γνώρισε τον ιδιοκτήτη μίας αλυσίδας εστιατορίων και γρήγορα βρήκε τη θέση που της άξιζε. Στην καλύτερη γειτονιά της πόλης , με μεταξωτά φορέματα και αληθινά γούνινα παλτά. Με το δικό της σοφέρ και το δικό της υπερπολυτελές αυτοκίνητο. Όνειρα. Στόχοι. Τσεκ.
Μα αφού ικανοποίησε το Αμερικάνικο όνειρο και βρήκε τον έρωτα στα χέρια ενός πανίσχυρου και ευπαρουσίαστου άνδρα , ξεκίνησε να πλήττει. Δεν μπορούσε να βαλτώσει μέσα σε τέσσερις τοίχους και να είναι άλλο ένα έπιπλο , ένα μπιμπελό. Ο Τζον βέβαια ήταν καλός σύζυγος και της το αποδείκνυε συνεχώς. Στην αρχή κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες για να την κάνει να μη βαριέται καθόλου και της συνιστούσε να βγαίνει έξω , να γνωρίσει τον κύκλο του , να συναντά κυρίες της καλής κοινωνίας και άλλα τέτοια. Στον ελεύθερο χρόνο του πάντοτε τις έκανε εκπλήξεις και πηγαίνανε ταξιδάκια. Άλλοτε κοντινά και άλλοτε μακρινά. Έτσι η Τζίνα μέσα σε δύο χρόνια είχε επισκεφτεί το Παρίσι ,το Τόκυο , το Ρίο. Μετά όμως , η πλήξη επανήλθε και ο Τζόναθαν εξαφανιζόταν επί μέρες. Ανήσυχη ότι ίσως την απατά με κάποια πιο νέα και πιο όμορφη προσπάθησε να προσλάβει έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ. Αλλά ο άντρας της ήταν άνθρωπος κύρους και μόνο στο άκουσμα του ονόματός του κανένας ντετέκτιβ δε δεχόταν να τον παρακολουθήσει. Άρα έπρεπε να στρέψει αλλού το βλέμμα της.
Ο Μπαξ ήταν το δεξί χέρι του Τζον. Τον προσέλαβε λίγο μετά το γάμο τους και έκτοτε βρισκόταν πάντα μαζί του , ήταν ο ένας από τους δυο προσωπικούς του σωματοφύλακες. Εκτός αυτού , όποτε τον συναντούσε της έριχνε αδιάκριτες ματιές. Ήταν φως φανάρι ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτό τον άνδρα προς όφελός της.
Πράγματι τον πλησίασε και του ζήτησε σα χάρη να της επιβεβαιώσει με πάσα ειλικρίνεια ότι ο σύζυγός της δεν την απατάει.  Και αυτός για κάποιο λόγο άρχισε να παρακολουθεί το αφεντικό του για χάρη της. Με τον καιρό ήρθαν πιο κοντά και στο τέλος , ένα βροχερό απόγευμα βρέθηκαν τόσο κοντά που μέχρι το βράδυ είχαν γνωρίσει ο ένας τον άλλον περισσότερο από όσο έπρεπε. Τώρα είχε στη ζωή της την έξαψη και την αίσθηση του κινδύνου.
Αυτά της προσέφερε ο Μπάξυ. Ζεστές αγκαλιές και πάθος , κάτω από το φόβο , ότι ο άνδρας της θα τους ανακάλυπτε και θα τους έκανε να πληρώσουν για την προδοσία τους. Ωστόσο κατάφερνε και τους κουμάνταρε όλους και κράταγε τα μυστικά κάτω από το χαλί. Όσο περνούσε βέβαια ο καιρός , ο εραστής της εξέφραζε την καταπίεση που ένιωθε , και την επιθυμία του να το σκάσουν μαζί στο εξωτερικό. Μα ούτε αυτό μπορούσε να το δεχθεί. Η πλουσιοπάροχη ζωή που είχε με κόπο καταφέρει να αποκτήσει θα χανόταν. Προτιμούσε να τα έχει όλα λοιπόν. Έστω και υπό το καθεστώς της απειλής.
Μαζί του ήταν και το τελευταίο βράδυ , πριν φύγει. Ο Μπαξ ήταν στην αγκαλιά της μέχρι τη στιγμή που χτύπησε το τηλέφωνο και της είπε πως έπρεπε να πάει στη δουλειά. Ο Τζον τον χρειαζόταν. Την άλλη ημέρα , έμαθε τα φριχτά μαντάτα. Ο γλυκός της έπεσε μαχόμενος έπειτα από την ανταλλαγή πυρών ,  προστατεύοντας το σύζυγό της. Ο Τζον τη σκαπούλαρε , αλλά εκείνος ήταν σε κόμμα. Και τώρα βρισκόταν μπροστά του για ακόμα μία φορά. Και εκείνος ήταν εκεί , ακίνητος , ανήμπορος , χαμένος στο λήθαργό του.
Διασωληνομένος βέβαια με κάθε λογής συσκευές και λαμβάνοντας τις υψηλότερες αγωγές , ευγενής χορηγία του αφεντικού του. Το ελάχιστο που θα μπορούσε να κάνει ο άνδρας της για το σωτήρα του. Δεν της είχε πει και πολλά για αυτή την ιστορία παρότι και ο ίδιος είχε γυρίσει σε άθλια κατάσταση εκείνο το πρωινό.  Με το που ήρθε όμως σπίτι , πρώτη του δουλειά ήταν να αγκαλιάσει το γιο του , και όχι εκείνη. Ναι , ο Τζον είχε ένα μικρό γιο απ’τον προηγούμενο γάμο του , ένα γλυκό μα και αδιάφορο πιτσιρίκι. Η κίνηση αυτή της απέδειξε ότι τα συναισθήματα μεταξύ των δύο συζύγων ήταν πλέον αμοιβαία. Και δεν την πείραζε καθόλου. Αφού απολάμβανε ακόμα όλα τα προνόμια του να είσαι η κύρια Τορνάντι.
 Πλησίασε με αργές κινήσεις τον Μπαξ και χάιδεψε το χέρι του. «Αχ Μπάξυ μου…» , ψιθύρισε. Ύστερα κοίταξε γύρω της μην μπει κανείς στο δωμάτιο ή περνάει απ’έξω. Δεν ήθελε να την πάρει κανένα μάτι. Επίσης δεν ήθελε να πιστέψει κανείς ότι υπήρχε περίπτωση εκείνη να τρέφει αισθήματα για έναν μπράβο. Είχε ρωτήσει πολλές φορές τον εαυτό της τι ένιωθε για εκείνον , αλλά πάντοτε η απάντηση ήταν «αυτό είναι απλά μια περιπέτεια» , ήταν μια περιπέτεια για να ξεφύγει απ’την ανία. Και ξέφευγε.
Κανείς δε θα μάθαινε το μικρό τους μυστικό. Ο μοναδικός άνθρωπος που ανακάλυψε τι συνέβαινε βρισκόταν από καιρό στα θυμαράκια. Δε θα έλειπε και σε κανέναν. Ο Φίλιπ Μόνκα ο χασοδίκης , ήταν ένα αηδιαστικό ανθρωπάκι. Και μόνο που είχε περάσει μία νύχτα μαζί του της έφερνε αναγούλα. Ο καλός της Μπαξ , την απάλλαξε απ’την παρουσία του , αλλά και τις απειλές του ότι θα τα ξέρναγε όλα στον Τζόναθαν.
«Συγγνώμη κυρία , το επισκεπτήριο τελειώνει σε λίγα λεπτά , θα σας παρακαλούσα να πηγαίνετε σιγά σιγά!» , άκουσε μία λεπτή φωνή να της λέει από πίσω. Γύρισε και αντίκρισε τη νοσοκόμα. Γρήγορα τινάχτηκε από το πλευρό του άνδρα και αυστηρά της είπε , «ναι εντάξει αδελφή , σε λίγα λεπτάκια θα βρίσκομαι έξω , μπορείς να φύγεις τώρα» . Σκατά , αφαιρέθηκε και την πήρε πρέφα η νοσοκόμα. Έπρεπε να σιγουρευτεί ότι δε θα μαθευόταν η επίσκεψή της παραέξω. Θα το κανόνιζε κι αυτό. Προτού φύγει , επέστρεψε στο προσκεφάλι του Μπαξ και του χάιδεψε το μάγουλο , «θα τα ξαναπούμε Μπάξυ μου , σε παρακαλώ να είσαι δυνατός…».
Και σε ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας , αυτός μισάνοιξε τα μάτια του και της ψιθύρισε , «με εσένα στο πλευρό μου , είμαι πάντα δυνατός».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

18. Μη μου γράψετε , κύριε Κρίσμας



«Για τελευταία γαμημένη φορά» , ανέβασε τον τόνο της φωνής του , «ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΚΛΑΨΟΥΡΙΖΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΣ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΕΙΣ ΤΟΝ ΞΑΔΕΡΦΟ ΜΟΥ!» . Προφανώς και για πολλοστή φορά δε θα λάμβανε καμία απάντηση. Μόνο «μα…μα…» και αναφιλητά. Εντάξει , ο τύπος ήθελε να φάει το κεφάλι του και φαινόταν. Τον είχαν δέσει σε με ένα σκοινί περασμένο στο λαιμό και το μόνο που τον χώριζε από το θάνατο ήταν η καρέκλα στην οποία στεκόταν. Έτρεμε και ίδρωνε εκεί πάνω , αλλά ο Τζόναθαν και ο σωματοφύλακας του περίμεναν μία απάντηση.
«Να τον σκοτώσω αφεντικό;» , ρώτησε ο Έντσο με περίσσιο μίσος , καθώς ύψωνε το πιστόλι του.
«Ω , σε παρακαλώ Έντσο , την θα κλωτσήσουμε την καρέκλα αν είναι να αφαιρέσουμε τη ζωή του φτωχού Πήτι».
Ο ηλικιωμένος άνδρας άκουγε τα λόγια τους και μόνο που δεν είχε βάλει τα κλάματα. Μα αυτά συμβαίνουν όταν κάνεις του κεφαλιού σου. Ο Πήτερ Σμιθ ήταν ένας απλός διευθύνων σύμβουλος , μέχρι που η πολύ κόκα και η ψευδαίσθηση της δύναμης τον έκαναν να νομίζει ότι είναι κάποιος μεγάλος γκάνγκστερ της δυτικής ακτής. Οκέι , αφήνεις έναν μπάρμπα να παίζει τον Φρέντο Κορλεόνε στην πόλη του , αλλά όταν γίνεται υπερφίαλος πρέπει να τον συγυρίζεις.
Δυστυχώς η αγαρμποσύνη του και η εξουσία που μαζεύτηκε στα χέρια του κόστισε τη ζωή του Λεονάρντο και τώρα δεν υπήρχε γυρισμός.
«Τορνάντι» , νιαούρισε άξαφνα ο Σμιθ , «πήρες αυτό που ήθελες».
«Αυτό πού ήθελα;»
«Ναι! Κλείσαμε τη συμφωνία μας…» , κόμπιασε ξανά , «και τώρα με εξευτέλισες…». Ο Τζον πλησίασε κοντά του. «Τώρα δε νομίζω ότι θα κερδίσεις τίποτα άλλο , γι’αυτό κατέβασέ με και θα κάνω πως δε συνέβη τίποτα. Σε παρακαλώ Τορνάντι.»
Κοίταξε τον γκριζομάλλη άνδρα κατάματα. Τον οίκτιρε. Δεν ήθελε να νιώσει έτσι για αυτόν τον βλαμμένο , αλλά ήταν πραγματικά για λύπηση. Δεν ήξερε καν να κάνει σωστά τη δουλειά. Κι όμως είχε φέρει κοτζάμ Τζόναθαν Τορνάντι σε πάρα πολύ δύσκολη θέση. Τώρα όμως που ήταν στο έλεος του παρακαλούσε για συμπόνια. Με το χαζό μουστάκι του και το κορμί του να τρέμει , ο άνδρας ήταν ένα γελοίο θέαμα. Δεν άξιζε καν τον οίκτο του. Δεν άξιζε καν να τον αφήσεις να ζήσει. Αποβράσματα σαν αυτόν δε θα γίνονταν ξαφνικά το πιστό σου σκυλάκι. Το αντίθετο. Με το που αυτός ο τύπος γύριζε στο πολυτελές σπίτι του και στην αγκαλιά της κατά τριάντα χρόνια μικρότερής του ερωμένης θα άρχιζε πάλι να σκέφτεται πώς θα τη φέρει στον άνθρωπο που του χάρισε τη ζωή. Αυτός ήταν ο Πήτερ Σμιθ. Ένα σκουλήκι.
«Με παρακαλάς τόση ώρα Πήτι , με παρακαλάς λες και μπορώ να γυρίσω το χρόνο πίσω και να σε αποτρέψω απ’το να κάνεις το ένα λάθος μετά το άλλο. Με παρακαλάς να σε κατεβάσω κάτω , ενώ ο ίδιος έβαλες τον εαυτό σου σε αυτή την καρέκλα , ο ίδιος πέρασες το σκοινί αυτό γύρω από το λαιμό σου. Και τι θα κάνεις αν φύγεις από εδώ; Θα πας σε κάποιο μοναστήρι; Θα σεβαστείς τη συμφωνία μας; Πες μου , τι θα κάνει ο επιχειρηματίας Σμιθ την επόμενη μέρα;».
«Αφεντικό , απλά το πατάω» , χασμουρήθηκε ο Έντσο.
«Είπαμε κάτι!» , τον κοίταξε αυστηρά και ξαναγύρισε στον έντρομο φίλο του.
«Δεν… δεν πρόκειται να ξανα-ασχοληθώ μαζί σου Τορνάντι… Απλά βγάλε με από εδώ» , είπε και έβαλε τα κλάμματα.
«Δε δίνεις εσύ τις διαταγές , όχι πια» . Αν και πότε τις έδινε; Κι αυτός με εντολές από πάνω λειτουργούσε. Όλοι ήταν φερέφωνα. Όλοι οι λαγοί μαζεύτηκαν στη Σάντα Λάουρα και σκέφτονταν πως θα αποκτήσουν λεφτά και ναρκωτικά. Τους ήξερε καλά…
Δυστυχώς όμως , έπρεπε να συμφωνήσει μαζί τους για να μη χυθεί και άλλο αίμα. Έκλεισε τη συμφωνία. Τώρα έπρεπε να μοιράζεται ένα ποσοστό των κερδών του με αυτούς. Θα τους άφηνε να παίξουν για λίγο το παιχνίδι τους και μετά θα τους έστελνε πακέτο , εκεί που άνηκαν.

«Λοιπόν , περιμένω μία απάντηση» , χαμογέλασε. Ο άλλος όμως δεν έλεγε να αρθρώσει λέξη παρά μόνο να βγάζει κραυγές και να επικαλείται τα θεία. Δε θα βγάζανε άκρη έτσι. Μάλλον έπρεπε να δοκιμάσει κάτι πιο δραστικό.
«Ω , έλα Πήτι , πες μου γιατί έπρεπε να σκοτώσεις τον κακόμοιρο τον Λέο και μετά θα σε κατεβάσω από εκεί πάνω και θα πάμε σπίτι. Κουράστηκα».
«Ο…ο…» , δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει , «ο μπράβος σ…σου έχει άλλη άποψη! Δε νομίζω ότι θα με κατεβάσεις ποτέ από εδώ!» , ούρλιαξε ο Σμιθ.
«Ο Έντσο δεν παίρνει τις αποφάσεις , τις εκτελεί. Οπότε απλά πες μου για ποιο … λόγο … έπρεπε …να … ΣΚΟΤΩΣΕΙΣ ΤΟΝ ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΤΡΟΝΑΤΕΛΙ.»
«Ωραία ωραία» , τώρα βαριανάσαινε , «ΜΕ ΕΠΕΙΣΕΣ. Κατέβασέ με και θα σου πω. ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΑΞΕΙ. ΕΙΜΑΙ ΕΝΤΑΞΕΙ! Θα σου πω τι έγινε».
«Είπαμε κάτι , αλλά θα σου κάνω το χατήρι για να δεις πως δεν είμαι εντελώς άκαρδος και κρατάω το λόγο μου. Δε θα πάθεις τίποτα , υποθέτω» , έκανε νόημα στο σωματοφύλακά του να βοηθήσει τον Πήτερ να κατέβει από την καρέκλα , «εξάλλου με καταλαβαίνεις , αν χτύπαγαν κάποιον δικό σου τα ίδια με εμένα θα έκανες...».
Ο Έντσο δυσανασχέτησε αλλά έκανε το καθήκον του. Σε λίγο ο Τζόναθαν και ένας ανακουφισμένος κύριος Σμιθ βρίσκονταν στην άκρη της παλιάς αποθήκης και κοιτιόντουσαν πρόσωπο με πρόσωπο.

«Αχ γιε μου , όταν άφηνα το Όρεγκον για να σπουδάσω οικονομικά δε φανταζόμουν ότι κάποτε θα βρισκόμουν σε τέτοια θέση» , είπε κουρασμένα ο μεγαλύτερος άνδρας.
«Ούτε εγώ φανταζόμουν ότι θα χρειαζόταν να φτάσουμε ως εδώ!» .
«Να που φτάσαμε όμως. Κοίταξε , με ξέρεις χρόνια. Νόμιζα πως δε θα χρειαστεί να μιλήσουμε ξανά για αυτό , αλλά σου οφείλω μια απολογία. Αυτές οι δουλειές βγάζουν το χειρότερο μας εαυτό και είναι άδικο. Απ’την άλλη όμως…»
«Απλά πες μου ξεκάθαρα για ποιο λόγο την πλήρωσε ο Λεονάρντο. Δεν πιστεύω όλα να έγιναν για εκείνον τον λακέ που συνάντησα τις προάλλες…»
«Άσε με να τελειώσω γιε μου! Όπως γνωρίζεις , εγώ δε θα έκανα ποτέ κάτι τόσο αποτρόπαιο. Αλλά πίσω στη Σάντα Λάουρα , δεν αποφασίζω μόνος μου. Ο Τζούλιους ξέρεις , είχε την ιδέα να σε τρομάξουμε λιγάκι. Όσο και αν εγώ διαφώνησα , οι υπόλοιποι συνεργάτες βρήκαν εξαιρετική την ιδέα να χτυπήσουμε ένα κοντινό σου πρόσωπο!»
«Ο Τζούλιους; Ο Τζούλιους Κρίσμας λοιπόν διέταξε την εκτέλεση;»
«Δε θα ήταν εκτέλεση , αλλά ένα γαργάλημα. Είσαι σκληρός που να με πάρει Τζον! Πώς να σε τρομάξουμε; Πώς να σεβαστείς την απόφασή μας; Ένα εστιατόριο θέλαμε να φτιάξουμε. Στα είπα και την άλλη φορά , δεν ήταν…». Τώρα ήταν αργά για λόγια και υπενθυμίσεις , ο Τζόναθαν σταμάτησε να ακούει τα λόγια του συνομιλητή του και απλά κοίταζε αηδιασμένος το πρόσωπό του. Όχι μόνο ήταν άνανδρος , αλλά έδινε έτσι απλά και τους συνεταίρους του. Σαν να μην έφτανε αυτό , ερχόταν εδώ να του κάνει υποδείξεις για το δικό του παιχνίδι. Ένας κομπάρσος , ένας τυχάρπαστος οικονομικός σύμβουλος πήγαινε να το παίξει βετεράνος σε εκείνον.
«Οπότε καταλαβαίνεις και τη δική μου θέση» , συνέχιζε το μονόλογό του ο Σμιθ , «τι να έκανα; Να σου έλεγα τι έγινε; Δεν μπορούσα να κρεμάσω τους άλλους. Ο Τζούλιους θα εκνευριζόταν , θα κρινόταν η αξιοπιστία και η αφοσίωσή μου! Αλλά πιστεύω ότι είμαστε εντάξει τώρα! Ο θεός να αναπαύσει τη ζωούλα του Λεονάρντο. Ήταν καλός άνθρωπος και οικογενειάρχης , μακάρι να καταλαβαινόμασταν από την αρχή και να μην τα κάναμε μαντάρα.»
«Δεν μπορούσες να κρεμάσεις τους άλλους ε;» , ο Τζόναθαν τον χτύπησε ελαφρά στον ώμο και του έκλεισε το μάτι.
«Όχι , αλλά τι σημαίνει αυτό;»
«Τίποτα , θα σε κρεμάσω εγώ» , απάντησε αποχωρώντας και κάνοντας ένα νεύμα στον ανυπόμονο Έντσο.
Ο Σμιθ δεν κατάλαβε αρχικά τι σήμαιναν όλα αυτά , αλλά μόλις είδε τον μπράβο να πλησιάζει απειλητικά τρομοκρατήθηκε και άρχισε να φωνάζει.
Ο Τζον άκουσε μόνο τους πυροβολισμούς και δε γύρισε ούτε μία στιγμή να κοιτάξει πίσω του. Βέβαια δεν είχε ακριβώς αυτό στο μυαλό του…

«Μα γιατί τον πυροβόλησες; Έκανα ξεκάθαρη αναφορά σε κρέμασμα!» , κατσάδιασε τον Έντσο λίγο μετά αφότου εξαφάνισαν το πτώμα.
«Μα αφεντικό , ο τύπος είχε αρχίσει πάλι την κλάψα! Μέχρι να τον επαναφέρω στην κρεμάλα θα μου έσπαγε τα νεύρα!» , ήταν και ετοιμόλογος.
«Κάτι τέτοιες ώρες μου λείπει ο Ντομένικο και ο Μπαξ!» , μουρμούρισε.
Σύντομα όμως όλα θα ήταν όπως παλιά. Τα είχε επιτέλους καταφέρει. Έχασε βέβαια τον ξάδερφό του και κινδύνεψε η ίδια του η ζωή στο ενδιάμεσο , μα ξεκαθάρισε για την ώρα με τα παράσιτα.
Ωστόσο , ο Τζούλιους Κρίσμας ήταν ακόμα εκεί έξω και θα έπρεπε να του δώσει ένα μάθημα. Αλλά όχι τώρα , τώρα δεν είχε τέτοια διάθεση. Θα το κανόνιζε εν καιρώ. Εξάλλου ο Σμιθ ίσως και να έλεγε ψέματα για το ρόλο του άνδρα σε όλο αυτό. Όπως και να είχε , τώρα θα ασχολιόταν με την επιχείρησή του και την αναζήτηση ενός καλού δικηγόρου. Πέρασαν σχεδόν δύο μήνες χωρίς τον Φίλιπ… Μακάρι ο παλιός του φίλος να βρισκόταν σε ένα εξωτικό νησί και να έκανε τις διακοπές του, αλλά η ζωή συνεχιζόταν και χωρίς εκείνον , έπρεπε να προχωρήσει. Έπρεπε να βρει και λίγο χρόνο για το γιο του , για τη γυναίκα του , για την…
Το κινητό χτύπησε και έτσι άφησε τις σκέψεις του για αργότερα.

«Ντομένικο!» , αναφώνησε μόλις απάντησε στην κλήση , «πού είσαι ρε μπαγάσα; Tην έκανες για τη νησάρα; Πες μου ότι η Τόνια και τα κορίτσια περνάνε υπέροχα!».
«Εδώ όλα πάνε όπως τα άφησες. Και καλύτερα. Περιμένω πως και πως να επιστρέψεις δριμύτερος. Μάλιστα , σου έχω μία τρομερή έκπληξη…» , χαμογέλασε.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

17. Καληνύχτα και καλημέρα



Ακούμπησε το μικρό σημειωματάριο στο δίπλα μαξιλάρι και έκλεισε το πορτατίφ. Δεν πρόσθεσε και πολλά σήμερα , αλλά όπως πάντα ήθελε να καταγράψει την πρόοδο της. Σίγουρα , οι τελευταίες μέρες ήταν δύσκολες για τη Σάντρα και δεν είχε κάνει και πολύ μεγάλα βήματα προς τα μπροστά , αλλά στο τέλος θα τα κατάφερνε. Ήταν κοντά! Είχε μπει σε εκείνο το σπίτι και είχε δει διάφορα. Σε λίγες ημέρες θα ξεσκέπαζε το δολοφόνο. Χαμογέλασε και μέσα στο σκοτάδι , άφησε τα βλέφαρά της να πέσουν απαλά…

Ο Μπάστερ ήταν ο φύλακας άγγελός της. Γι’ αυτό δε χωρούσε αμφιβολία. Ο γλυκός της αδελφός , παρ’ όλες τις σκοτούρες του , κατάφερνε μέρες σαν εκείνη να είναι πάντα δίπλα της. Άφησε για μια φορά τη δουλειά και γύρισε σπίτι στην ώρα του για να δει ταινία. Αποκοιμήθηκε στα μισά , αλλά έτσι ήταν πάντα. Τώρα , τον θαύμαζε , με τη στολή του έβγαινε στο δρόμο να υπερασπιστεί τους αθώους. Και εκείνη , μαζί με τη μαμά και τον μπαμπά , καμάρωνε σα γύφτικο σκερπάνι για τον αδελφό της τον αστυνόμο.
Ήταν ημέρα γιορτής , η ημέρα της πόλης , και όλοι οι ένστολοι βρίσκονταν στο δρόμο , χαμογελαστοί και λαμπεροί. Τότε ακουγόταν ο κρότος. Τότε έπεφταν όλοι κάτω , η Ιζαμπέλ ούρλιαζε , η μαμά και ο μπαμπάς έτρεχαν στο πλήθος και τελικά έμενε μόνη της , χαμένη , χωρίς να ξέρει που βρίσκεται.
«Μαμά!! Μπαμπά!!» , προσπάθησε να φωνάξει . Κανείς δεν άκουγε τις φωνές της. Γύρω από αυτή σειόταν ο τόπος από τα ουρλιαχτά και τους καπνούς. Η φωνή της δεν έβγαινε καν , σαν κάτι να την έπνιγε. Και έτρεχε. Έτρεχε. Θεούλη μου , πού ήταν ο αδελφός της;  Άραγε αυτός να είναι καλά; Πού είχαν πάει όλοι; Έτρεχε μέσα στο βουητό…
Έψαχνε μέσα στους καπνούς , μέσα στο κόκκινο υγρό , να βρει κάποιον τους. Και τότε ανάμεσα στα τόσα πρόσωπα , τον εντόπιζε. Με βουρκωμένα μάτια , έβρισκε τον Μπάστερ πληγωμένο , πεσμένο στο έδαφος. Πλησίαζε , αυτός προσπαθούσε να χαμογελάσει , μα μάταια. Μία σκιά κάλυπτε και τους δύο. Τώρα από πάνω εμφανιζόταν απειλητικός ο άνδρας με τη μάσκα Ταύρου και το λευκό κοστούμι.

Ταραγμένη και μούσκεμα στον ιδρώτα τινάχτηκε από τον ύπνο της. Πάντα ξυπνούσε σε αυτό το σημείο. Ο εφιάλτης δεν είχε τελειωμό. Ήθελε να βάλει τα κλάματα ή να σπάσει τα πάντα , αλλά αυτό δε θα ωφελούσε σε τίποτα. Όλα ήταν στο μυαλό της. Μόνο που άλλη μία νύχτα , το μυαλό της δε την άφηνε να κοιμηθεί.
 Ω , δεν ήταν η πρώτη φορά. Συνέβαινε συχνά τελευταία. Πιθανά αιτία για όλα να ήταν ο φόβος της. Όμως πώς γινόταν αυτό όταν είχε το θάρρος για τόσα πράγματα; Είχε βγει από το καβούκι της και αυτό ήταν ένα επίτευγμα. Ο Μπάστερ την κρατούσε ασφαλή και μακριά από όλο τον έξω κόσμο όλα αυτά τα χρόνια , μα τώρα ήταν έξω και ερευνούσε μία υπόθεση. Ένιωθε την έξαψη και το άγχος. Πολεμούσε τους δαίμονές της. Αλλά είχε το θάρρος για αυτά. Και ήταν περήφανη. Πώς λοιπόν να τη σταματήσει ένας εφιάλτης και μερικές δύσκολες νύχτες;

Και δε θα περίμενε φυσικά να ξημερώσει. Ήταν ήδη όρθια , αποφασισμένη να πολεμήσει. Θα τέλειωνε σήμερα με αυτή την ιστορία. Θα τέλειωνε με όλα. Άρπαξε την τσάντα της και άρχισε να πετάει πράγματα μέσα. Κανονικά θα έπαιρνε τηλέφωνο και την Ιζαμπέλλα , μα ήταν περασμένες τρεις. Οπότε θα τα έκανε όλα μόνη της. Ένιωθε μια μικρή κούραση , αλλά γνώριζε πως δε θα την έπαιρνε ποτέ ο ύπνος.
 Η Σάντρα Μπάττερ δεν ήταν φυσικά νέα σε όλο αυτό το παιχνίδι της αϋπνίας και του άγχους. Την προηγούμενη όμως φορά που είχε τέτοια προβλήματα κατέφυγε σε άλλου είδους περιπέτειες. Αυτά ήταν στο παρελθόν. Αυτά προκάλεσαν μόνο μπελάδες. Η σημερινή Σάντρα θα γινόταν ήρωας. Ήταν η κατάλληλη εξάλλου ώρα να πάει σε εκείνο το σπίτι και να βρει το δολοφόνο. Αν κατάφερνε να τον πιάσει στα πράσα θα…
Κι αν δεν ήταν αυτός; Τώρα είχε δεύτερες σκέψεις. Μπα , ήταν ανόητος ένας τέτοιος ισχυρισμός. Ο άνθρωπος αυτός είχε μπλέξει σε χρόνο μηδέν με όλο τον υπόκοσμο –ακόμα και με τον άνδρα με τα λευκά ρούχα , τον Μίστερ Μπουλ- και ήταν σήριαλ κίλλερ. Αν είχε την αποδοχή της ενοχής του , θα έσωζε τη ζωή του Μπάστερ και πολλών ακόμα. Με δάκρυα στα μάτια παραμέρισε τις αμφιβολίες της και έκλεισε την μικρή τσάντα.
Μπήκε στο μπάνιο και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της. Τα καστανά μαλλιά της έφταναν πλέον μέχρι τους ώμους και το δέρμα της ήταν καθαρό. Κάποτε την είχαν ρωτήσει αν θεωρούσε τον εαυτό της όμορφο , και διπλωματικά είχε απαντήσει πως κάποτε υπήρξε όμορφη. Τώρα πλησίαζε τα τριάντα και μετά από όσα είχε περάσει , την εξάρτιση , την απότομη απόκτηση βάρους και τούμπαλιν , ήταν μία ξεθωριασμένη εκδοχή του εαυτού της. Ωστόσο , δεν περνούσε και απαρατήρητη. Κοιτάχτηκε μία τελευταία φορά στον καθρέφτη και βγήκε από το δωμάτιο με ελαφρά βήματα.

Στο σαλόνι ο Μπάστερ ροχάλιζε πάνω σε ένα κουτί πίτσας. Τι γλυκός και γαλήνιος που ήταν. Δεν σου έκανε η καρδιά να τον ξυπνήσεις και έτσι τον είχαν αφήσει εκεί. Για να μην κρυώσει μάλιστα , τον είχαν τυλίξει με ένα ροζ κουβερλί. Τουλάχιστον το ένα από τα δύο αδέλφια θα κοιμόταν καλά απόψε , σκέφτηκε. Το άλλο θα έσωζε την πόλη.
Κατέβηκε τις σκάλες με πολύ προσοχή ώστε να μην τον ενοχλήσει και φυσικά να μην την πάρει χαμπάρι. Λογικά θα επέστρεφε πριν ξυπνήσει αλλά επειδή για κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να είναι σίγουρη έκατσε να γράψει ένα μικρό σημείωμα και το κόλλησε δίπλα του.

«Καληνύχτα και καλημέρα» , έγραψε στο τέλος. Έτσι θα τον καληνύχτιζε για σήμερα και θα τον καλημέριζε αν το διάβαζε το πρωί. Αν επέστρεφε προτού αυτός σηκωθεί θα εξαφάνιζε το χαρτί και θα συμπεριφερόταν κανονικά. Άνοιξε την πόρτα και κρυφοκοίταξε για μία τελευταία φορά πίσω της. Ύστερα με ένα πονηρό χαμόγελο στα χείλη και απαλές κινήσεις χάθηκε στο σκοτάδι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…