Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

01. Τρίτη Έξοδος για Γκόλντβιλλ



Πώς θα ήταν άραγε αν σκηνοθετούσαμε τον ίδιο μας το θάνατο; Αν διαλέγαμε τις κατάλληλες σκηνές , την κατάλληλη μουσική επένδυση; Αν γινόμασταν ήρωες από εκεί και πέρα; Αν γράφονταν ιστορίες γύρω από αυτό το θάνατο; Αν αφήναμε παρακαταθήκη και έργο στις επόμενες γενιές; Αν…
Ο Μπαξ δεν είχε κάνει ποτέ ως τώρα τέτοιες σκέψεις. Σίγουρα βέβαια , για μία στιγμή ο εκκωφαντικός ήχος τον ξάφνιασε , ίσως και να τον τρόμαξε αλλά κατόρθωσε να παραμερίσει το φόβο. Τι ήταν ο φόβος εξάλλου; Μία ψευδαίσθηση του μυαλού και τίποτε άλλο. Ούρλιαξε και έτρεξε προς το μέρος όπου ακούστηκε ο κρότος. Μόνο που δεν μπορούσε να δει τίποτα , μόνο να ακούσει. Για κάποιο περίεργο λόγο , τα μάτια του , αν και ήταν ορθάνοιχτα , ένιωθαν σαν να ήταν ερμητικά κλειστά.
Κι ύστερα , το μόνο που μπορούσε να θυμηθεί ήταν εκείνο το χρώμα. Κόκκινο.
Κόκκινο , όπως τα τριαντάφυλλα που ανθίζουν την άνοιξη. Κόκκινο , όπως τα φανάρια στους σκοτεινούς δρόμους της πόλης όλες εκείνες τις μάταιες νύχτες. Κόκκινο , σαν το χρώμα της πρωινής αυγής , που ερχόταν πάντοτε αμέσως μετά. Κόκκινο , σαν το χρώμα των χειλιών της. Κόκκινο , σαν το πάθος του για εκείνη. Κόκκινο , σαν την αμαρτία. Κόκκινο. Σαν το αίμα. 

«Κρατήσου Μπάξυ» , μουρμούρισε ο Ντομ , καθώς πίεζε όλο και πιο πολύ το γκάζι. Κοίταξε για μία ακόμα φορά έξω και γύρισε 90 μοίρες το τιμόνι. Παρότι δεν είχε χρόνο να αναλύσει την κατάσταση , όσο περνούσε η ώρα , ένιωθε όλο και πιο πολύ αδύναμος. Θα έλεγε κανείς ότι ένα τεράστιο βάρος τον συνέθλιβε και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για αυτό. Δεν έπρεπε όμως να παραπονιέται. Γνώριζε εξ αρχής ότι όσοι έκαναν τη δουλειά αυτή ήταν αναλώσιμοι , αν και ο ίδιος τα είχε καταφέρει καλά μέχρι σήμερα. Ήταν είκοσι χρόνια στο επάγγελμα και ως εκ θαύματος είχε καταφέρει να επιβιώσει. Βράδια όμως σαν αυτό προσγειωνόταν στην πραγματικότητα. Σίγουρα θα προτιμούσε να μην ήταν εκεί , να είχε επιλέξει μία άλλη ζωή , να μην ήταν αναγκασμένος να ζει με τη σκέψη πως την επόμενη μέρα ίσως να βρισκόταν αλλού.
Το κόκκινο φανάρι σταμάτησε την πορεία του και μαζί και τις μαύρες σκέψεις του. Για μερικές στιγμές , κοίταξε  το πίσω κάθισμα , αναστέναξε και ύστερα έβγαλε το κινητό του για να κοιτάξει τη μοναδική φωτογραφία που μπορούσε να επαναφέρει την αισιοδοξία του.  Στην οθόνη , χαμογελούσαν ευτυχισμένες οι γυναίκες της ζωής του. Η γλυκιά του σύζυγος και οι δύο κόρες του. Ήταν απίστευτο πως μία και μόνο εικόνα μπορούσε να αναπαράγει αιώνια , αυτό που συνέβη μόνο μία στιγμή και δε θα επαναλαμβανόταν ποτέ ξανά. Η φωτογραφία ήταν από τα περυσινά Χριστούγεννα , μα ο ίδιος ένιωθε σαν να τραβήχτηκε χθες το πρωί. Αυτός όμως ήταν μάλλον ο κρυφός του πόθος… Αυτό το ξημέρωμα θα τον έβρισκε μακριά από τις αγαπημένες του κόρες , μακριά από την Τόνια , μακριά από το ζεστό του κρεβάτι και πολύ μακριά απ’ τη θαλπωρή του σπιτιού του.

Το φανάρι άλλαξε χρώμα και το μαύρο αυτοκίνητο γουργούρισε ενώ επανακτούσε την ταχύτητά του.  Το χαρτάκι που του είχε δώσει το αφεντικό έγραφε πάνω την οδό και τον αριθμό και βρισκόταν κολλημένο στο ραδιόφωνο ώστε να το βλέπει σχετικά εύκολα , παρά τα λίγα προβλήματα όρασης που είχε αρχίσει να αποκτά. Η Τόνια τον συμβούλευε να επισκεφθεί κάποιον οφθαλμίατρο , καθώς ήταν απόλυτα φυσιολογικό όσο πλησίαζε τα πενήντα να αποκτούσε πρεσβυωπία , μα ο Ντομένικο επέμενε ότι έφταιγε η κούραση.
Και μιας και ήταν εξουθενωμένος , ύστερα από το πολύωρο ξενύχτι , ήταν απόλυτα λογικό για άλλη μία φορά να μην μπορεί να ξεδιαλύνει τα γράμματα. Και ο κύριος Τορνάντι βέβαια δεν είχε και τον καλύτερο γραφικό χαρακτήρα. Οι δικαιολογίες ήταν τόσο καλές που σχεδόν είχε πείσει και τον ίδιο του τον εαυτό , αλλά παρόλα αυτά αναθεμάτισε καθώς αναγκάστηκε να κάνει μία επικίνδυνη μανούβρα για να μην προσκρούσει με κάποιον νεαρό μοτοσικλετιστή και άρπαξε το χαρτάκι με μανία. Διάβασε –επιτέλους- τις πληροφορίες που του είχε γράψει ο εργοδότης του και ύστερα πετώντας το από το παράθυρο , μπήκε στην τρίτη έξοδο του μεγάλου δρόμου. Στην τρίτη έξοδο προς την Γκόλντβιλλ.

Ο Βίκτορ Γκρην , ήταν ένας εξέχων ιατρός και παλιός φίλος του Τζον Τορνάντι. Έμενε σε ένα από τα προάστια της πόλης , πολύ κοντά στη Νότια Λεωφόρο. Ευτυχώς , με τις οδηγίες που του είχε δώσει το αφεντικό σε εκείνο το χαρτί , βρήκε σχετικά εύκολα το μεγάλο σπίτι και μαρσάροντας , άφησε όπως όπως το μαύρο τζιπ στον κήπο. «Μην μου πεθάνεις τώρα , σε παρακαλώ» , αναστέναξε. Γρήγορα , βγήκε από το αυτοκίνητο και χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Περίμενε μερικά λεπτά και ύστερα ξαναχτύπησε. Ήταν Σάββατο , άρα στις έξι το πρωί , ο δόκτωρ Γκρην πρέπει να βρισκόταν στο σπίτι του. Επίμονα άφησε το δάχτυλο του πάνω στο κουδούνι και το πίεσε παρατεταμένα. Τι στο διάολο , ο άλλος πεθαίνει!

Η λευκή πόρτα μισάνοιξε και μία αγουροξυπνημένη φωνή τον υποδέχτηκε.
«Ποιος είναι Σαββατιάτικα ;» , μούγκρισε. «Δεν έχουμε χρόνο! Πού είναι ο Βίκτορ Γκρην;». Ο Ντομ άρπαξε το γυαλιστερό πόμολο και προσπάθησε να δει ποιος του μιλούσε ακριβώς.
«Εγώ είμαι ο Βίκτορ…» , πήγε να πει ο άνδρας και αμέσως ο Ντομ έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα στο χωλ του σπιτιού. Ο Γκρην έπεσε στο χαλάκι και ο Ντομ αμέσως τον τράβηξε από το χέρι και τον έσυρε ως τον κήπο.
«Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ κύριε , ποιος είστε; Με απαγάγετε;» , άρχισε να φωνάζει εκείνος. Επρόκειτο για έναν άνδρα περίπου στην ηλικία του , αρκετά αδύνατο , με γκρι γένι και γυαλιά μυωπίας. Οι πυτζάμες του επίσης , ήταν εξαιρετικά αστείες , αλλά αυτή τη στιγμή δεν υπήρχε χρόνος για γέλια. Αλλά για έργα.
Τον έφερε μπροστά στο παρκαρισμένο άτσαλα τζιπ και άνοιξε την πίσω πόρτα με φούρια. Ο Δόκτορας Γκρην τα έχασε , μόλις αντίκρισε το θέαμα. «Τι σημαίνει αυτό;» , κοίταξε τρομοκρατημένος τον Ντομένικο. «Είμαστε στην υπηρεσία του Τζόναθαν Τορνάντι και είχαμε ένα ατύχημα πριν από λίγες ώρες». Σαν να κατάλαβε τα πάντα με μόλις μία πρόταση , ο δόκτωρ έκανε νόημα στον Ντομ να μαζέψει το σώμα του άτυχου άνδρα και να το φέρει στο σπίτι αθόρυβα. Ύστερα , σαν ξαφνικά να του είχε φύγει η νύστα , είπε: «Και μη σε πάρει κανά μάτι έτσι;» .


«Λοιπόν , που να τον πάω;» , κοίταξε για πολλοστή φορά αγανακτισμένος τον γιατρό. Τα χέρια του είχαν γεμίσει αίμα και η μισή ανάσα που είχε απομείνει στο σώμα του συνεργάτη του τον έκαναν να ανατριχιάζει. 
«Λέγε , ΠΟΥ να τον πάω; Τον κρατάω εδώ και πέντε λεπτά!».
«ΣΚΑΣΕ!!» , ούρλιαξε ο Γκρην κοιτώντας τον τρομαγμένος. «Μου φέρνεις ένα μισοπεθαμένο τύπο στις έξι το πρωί στο ΣΠΙΤΙ μου και απαιτείς να τον αφήσουμε όπου να’ ναι; Έχω γυναίκα και παιδιά! Αν ξυπνήσουν…»
«Εσύ σκάσε. Ο Μπαξ δεν είναι μισοπεθαμένος. Τον αφήνω στον καναπέ και αμέσως θα τον κάνεις καλά. Κατάλαβες…;». Ο γιατρός αναστέναξε. Τότε άνοιξε η πόρτα , και μια νεαρή ξανθιά κοπέλα , όχι πάνω από δέκα εφτά ετών εμφανίστηκε μπροστά τους.
«Μπαμπά;» , ψέλλισε όταν αντιλήφθηκε την παρουσία τους. «Ράηλυ;» , σάστισε κι εκείνος.
«Έχουμε δουλειά γλυκιά μου» , μπήκε στην όμορφη συζήτηση και ο Ντομ. 
«Τι-τι κάνεις τέτοια ώρα έξω Ράηλυ ;» , τον διέκοψε ο αγουροξυπνημένος πατέρας. «ΕΓΩ , ΤΙ ΚΑΝΩ;» , συνέχισε εκείνη φανερά τρομαγμένη. «Ναι Ράυλη , είναι έξι-μιση το πρωί , τι ακριβώς κάνεις έξω;». «ΕΣΕΙΣ ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ; ΜΕ ΠΟΙΟΥΣ ΕΧΕΙΣ ΜΠΛΕΞΕΙ ΜΠΑΜΠΑ; ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΙΜΑ;» . Ο Ντομένικο αναστέναξε και τους κοίταξε απεγνωσμένος. Κρατήσου λίγο ακόμα Μπάξυ… Σε λίγο όλα θα έχουν τελειώσει… Ελπίζω…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου